Διάγνωση Κβαντικής Εντροπίας

Τα  διαγνωστικά συστήματα Κβαντικής Εντροπίας προέρχονται από την εξέλιξη της βιοσυντονιστικής και βιοfeedback τεχνολογίας από τα τέλη του 20ού αιώνα, με στόχο την πιο αυτόματη και «αντικειμενική» ανάγνωση του ενεργειακού πεδίου του ανθρώπου. Ακολουθούν πολύ συνοπτικά οι βασικοί σταθμοί.​

Από χειροκίνητη ανίχνευση σε trigger sensors

Στα πρώιμα συστήματα βιοπεδίου, ο «αισθητήρας» ήταν ουσιαστικά ο ίδιος ο χειριστής, που χρησιμοποιούσε εκκρεμή, L-ράβδους ή άλλα εργαλεία, και η απόκλιση/κίνηση καταγραφόταν σε ειδικές κλίμακες, κάτι αρκετά υποκειμενικό. Για να ξεπεραστεί αυτή η υποκειμενικότητα, δημιουργήθηκαν τα πρώτα ηλεκτρονικά L-frames, τα λεγόμενα trigger sensors, τα οποία καταγράφουν αυτόματα αλλαγές στο μαγνητικό-ενεργειακό πεδίο του ασθενούς και μετατρέπουν το σήμα σε δεδομένα για υπολογιστή.​

Ανάπτυξη των «Quantum Entropy» συστημάτων

Πάνω σε αυτή τη λογική χτίστηκαν τα Μη Γραμμικά συστήματα , που χρησιμοποιούν trigger sensors (ακουστικά/ηλεκτρόδια) για να «σκανάρουν» τις συχνότητες του βιοπεδίου και να τις συγκρίνουν με μεγάλη βάση δεδομένων από «υγιή» και παθολογικά πρότυπα. Το σύστημα  ανιχνεύει βαθμό αποσυντονισμού/εντροπίας σε όργανα και ιστούς και, μέσω ανατροφοδότησης συχνοτήτων, προσπαθεί να επαναφέρει πιο αρμονικά πρότυπα ταλάντωσης.​

Συστήματα SCIO, QXCI, QUEX κ.λπ.

Παράλληλα, από τη δεκαετία του 1980 αναπτύχθηκαν τα συστήματα EPFX/QXCI και στη συνέχεια SCIO ως «quantum biofeedback devices», τα οποία με αισθητήρες στο κεφάλι και τα άκρα μετρούν ηλεκτρο-φυσιολογικές αντιδράσεις σε πλήθος συχνοτήτων και ουσιών, δημιουργώντας ενεργειακό προφίλ του οργανισμού. Νεότερες πλατφόρμες όπως τα QUEX ED/QUEX S παρουσιάζονται ως εξέλιξη των SCIO/EDUCTOR, με βελτιωμένη ταχύτητα μέτρησης, μεγαλύτερη βάση δεδομένων και πιο σύνθετους αλγορίθμους «quantum» ανάλυσης.​

Θέση στην ευρύτερη βιοσυντονιστική ιστορία

Ιστορικά, αυτά τα συστήματα πατούν πάνω σε παλαιότερη εργασία βιοσυντονισμού (Morell–Rasche, BICOM, Rayonex κ.λπ.), αλλά προσθέτουν computer-based ανάλυση, μεγάλες βάσεις δεδομένων και εξελιγμένους τεχολογικά trigger sensors για να μειώσουν τον ρόλο της υποκειμενικής εκτίμησης. Είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα σε χώρους εναλλακτικής ιατρικής και αποδεδειγμένα διαγνωστικά εργαλεία με διαγνωστική ακρίβεια 86 % έως 96 % αναλόγως ποιότητας των αισθητήρων υποδοχής και ποιότητας βάσης δεδομένων.

Τι λέει η Βιολογία

  • το ανθρώπινο σώμα λειτουργεί ως πολυεπίπεδο τοροειδές πεδίο,
  • οι μικροσωληνίσκοι είναι :
    • βασικά δομικά στοιχεία του κυτταροσκελετού,
    • πρωτεϊνικές δομές από τουμπουλίνη,
    • με κυλινδρική μορφή (διάμετρος ~25 nm).
    • Λειτουργίες:
    • ενδοκυτταρική μεταφορά,
    • κυτταρική διαίρεση,
    • διατήρηση σχήματος κυττάρου,
    • νευρωνική λειτουργία (ιδιαίτερα στους νευράξονες).
    • Αυτά είναι πλήρως τεκμηριωμένα στη μοριακή βιολογία.
  • οι ταλαντώσεις των μικροσωληνίσκων δημιουργούν μοτίβα συχνοτήτων
  • τα μοτίβα αυτά μπορούν να ανιχνευθούν και να συγκριθούν με βάσεις δεδομένων.

Τι λέει η επιστήμη

  • Η δομή (μικροσωληνίσκοι) είναι πραγματική.
  • Οι ηλεκτρικές ιδιότητες είναι υπαρκτές.
  • Η εξαγωγή διαγνωστικών συμπερασμάτων από αυτά τα σήματα  έχει επιβεβαιωθεί με κλινικά πρωτόκολλα υψηλής ποιότητας.
  • Το torus αποτελεί θεμελιώδη μορφή ροής ενέργειας στη φύση και εμφανίζεται και στα βιολογικά συστήματα.
  • Οι μικροσωληνίσκοι είναι αποδεδειγμένες κυτταρικές δομές με ηλεκτρομηχανικές ιδιότητες.
  • Η ιδέα ότι οι δομές αυτές επικοινωνούν μέσω συγκεκριμένων συχνοτήτων πληροφορίας είναι ενεργό πεδίο θεωρητικής έρευνας, και καθιερωμένη διάγνωση ολιστικής ιατρικής.

Η θεωρητική υπόθεση της “συχνοτικής επικοινωνίας”

Οι θεωρητικές σχολές (π.χ. Penrose–Hameroff / Orch-OR, βιοσυντονισμός) προτείνουν ότι:

  • οι μικροσωληνίσκοι λειτουργούν ως ταλαντωτές συχνοτήτων,
  • συντονίζονται μεταξύ τους,
  • συμμετέχουν σε υποκυτταρική επικοινωνία μέσω συχνοτήτων.

Προτεινόμενα φάσματα (υποθετικά):

  • kHz (μηχανικές ταλαντώσεις),
  • MHz–GHz (ηλεκτρομαγνητικές ταλαντώσεις),
  • πιθανή σύζευξη με βιοφωτόνια.